ΚΟΙΝΩΝΙΑ

ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΕΒΕΠ: «ΤΟ ΕΛΑΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΜΟΧΛΕΥΣΗ ΓΙΑ ΝΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΗΣΕΙ»

 

Οι εθνικές εκλογές ανάλογα με το τελικό αποτέλεσμα αναμένεται να δώσουν λύση στο οικονομικό κλίμα και τις προσδοκίες για βιώσιμη ανάπτυξη και νέες επενδύσεις στην Ελλάδα. Το ερώτημα, γιατί μέχρι σήμερα δεν έχει λειτουργήσει το περίφημο “ελατήριο” της ελληνικής οικονομίας και τι εμποδίζει υψηλότερους ρυθμούς μεγέθυνσης στη χώρα μας, φαίνεται να έχει πολιτική απάντηση.

 


Η “χαμηλή πτήση” της ελληνικής οικονομίας με μόλις 1,3% ρυθμό ανάπτυξης το πρώτο τρίμηνο του 2019 και ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης χαμηλότερο του 2%, αποτελεί την ελάχιστη απόδοση μετά από τη σωρευτική απώλεια άνω του 25% του ΑΕΠ. Επιπλέον, η οικονομία μας παραμένει εξαιρετικά ευάλωτη και απέχει αισθητά από τη ζητούμενη κλίμακα του 4%, που θα άλλαζε τη γενική εικόνα μετά την πολυετή ύφεση. Σε αυτή τη διαπίστωση, συγκλίνουν αριθμοί και εκτιμήσεις που μας προβληματίζουν έντονα, αφού οι αρνητικές συνθήκες διατηρούνται στη καθημερινότητα των επιχειρήσεων. Στάσιμες είναι και οι επιδόσεις στον τομέα των επενδύσεων, που ανέρχονται μόλις στο 11% έναντι 20% στην Ευρωζώνη, ενώ το 2018, αντί για αύξηση, καταγράφηκε μεγάλη μείωση. Το αποτέλεσμα είναι ότι ακόμη και να επιβεβαιωθεί η πρόβλεψη της Κομισιόν για αύξηση 10% το 2019, αυτή δεν θα καλύψει τη μείωση του προηγούμενου έτους, διατηρώντας έτσι το τεράστιο κενό επενδύσεων στην Ελλάδα. Ο ρυθμός ανάπτυξης στην Ελλάδα διαψεύδει συνεχώς τις αρχικές προβλέψεις, τόσο της κυβέρνησης όσο και της ΕΕ. Το 2018, η αύξηση του ΑΕΠ διαμορφώθηκε τελικά στο 1,8%, έναντι της πρόβλεψης 2,1% του κρατικού προϋπολογισμού και 2% της Κομισιόν. Η παρατεταμένη απουσία επαρκών ενδείξεων ότι δημιουργούνται συνθήκες ουσιαστικής επιτάχυνσης της οικονομικής δραστηριότητας στην Ελλάδα, μας έχει καθηλώσει σε μία εικόνα στασιμότητας. Αρχικά, χάθηκε για τη Χώρα μας ένα εξαιρετικά ευνοϊκό διεθνές περιβάλλον, με θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης στην Ευρωζώνη, που συνδυάστηκαν με τη μεγάλη πτώση της τιμής του πετρελαίου, ενώ τώρα, το τοπίο επιβράδυνσης της παγκόσμιας οικονομίας με τον “εμπορικό πόλεμο”, δυσχεραίνουν ακόμη περισσότερο το εγχείρημα της δυναμικής ανάκαμψης της ελληνικής οικονομίας. Είναι γεγονός ότι το περασμένο χρόνο, η επιχειρηματική δραστηριότητα διαφόρων κλάδων ενισχύθηκε κατά μέσο όρο 1,8%, έναντι όμως 2% το 2017. Η ετήσια αύξηση 4,2% στον κλάδο του χονδρικού-λιανικού εμπορίου και τα logistics, δυστυχώς εξανεμίστηκε το πρώτο τετράμηνο του 2019. Άνοδο είχαν ο πρωτογενής τομέας με 3,8%, η βιομηχανία με 1,7% και η εστίαση-ψυχαγωγία με 1,9%, ενώ τη μικρότερη άνοδο 0,2% είχε η διαχείριση ακίνητης περιουσίας και με 0,1% η ενημέρωση. Σύμφωνα μάλιστα με την ΤτΕ, στην “αναιμική” ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας συνέβαλε κυρίως η αύξηση των εξαγωγών αγαθών και υπηρεσιών. Η καλή τουριστική κίνηση επίσης συνέβαλε στην αύξηση της απασχόλησης και στη μικρή ενίσχυση του τζίρου των επιχειρήσεων. Ωστόσο, η επενδυτική δαπάνη της οικονομίας παρέμεινε σε επίπεδα χαμηλότερα των αναγκαίων για την επίτευξη διατηρήσιμων και υψηλών ρυθμών ανάπτυξης, παρά το γεγονός ότι κάποιες κατηγορίες επενδύσεων, όπως αυτές του μηχανολογικού εξοπλισμού και των τεχνολογιών πληροφορικής και επικοινωνιών ενισχύθηκαν. Στη πραγματική οικονομία μείζον ζήτημα είναι η δυσκολία πρόσβασης σε χρηματοδότηση των περισσότερων επιχειρήσεων. Ασφαλώς, η αρνητική πιστωτική επέκταση του χρηματοπιστωτικού συστήματος, θα παραμένει όσο καθυστερεί η εξυγίανση των “κόκκινων” χαρτοφυλακίων των ελληνικών τραπεζών. Ο αριθμός των μικρομεσαίων επιχειρήσεων που αιτήθηκε τραπεζικό δάνειο έχει μειωθεί κατά 50% τη περίοδο 2010-2018. Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές, η υπερφορολόγηση και τα αδύναμα εισοδήματα ίσως να αποτελούν τα μεγαλύτερα εμπόδια για τη μικρομεσαία επιχειρηματικότητα στην Ελλάδα, η οποία υπό συνθήκες κανονικότητας και λόγω δομής, θα έπρεπε να οδηγεί την κούρσα στην οικονομία μας.
Το γεγονός ότι η Ελλάδα κατέχει τον 5ο υψηλότερο φορολογικό συντελεστή στην επιχειρηματικότητα και τον 6ο υψηλότερο στην εργασία, ανάμεσα στις χώρες της ΕΕ, σε συνδυασμό με την επιμονή διαρθρωτικών αδυναμιών, επίσης απαντά στο ερώτημα γιατί τα τελευταία χρόνια η Ελλάδα χάνει, αντί να κερδίζει έδαφος στην ανταγωνιστικότητα. Στη παγκόσμια κατάταξη ανταγωνιστικότητας η Ελλάδα δεν ήταν βεβαίως ποτέ σε περίοπτη θέση και έχανε συνεχώς έδαφος από το 2004 ως την κρίση. Ωστόσο, είχε κερδίσει περίπου 20 θέσεις με τις μεταρρυθμίσεις, από το 2012 μέχρι το 2014. Όμως, η βελτίωση όχι μόνο δεν συνεχίστηκε, αλλά η κατάταξη πρόσφατα χειροτέρεψε. Το 2018 η Ελλάδα ήταν 57η, από 53η το 2017, ενώ σε αντιδιαστολή, η Κύπρος ήταν 44η, η Πορτογαλία 34η και η Ιρλανδία 23η. Οι βασικοί λόγοι που επιβαρύνουν την ελληνική ανταγωνιστικότητα, είναι η υψηλή φορολογία, οι αδυναμίες στο θεσμικό πλαίσιο της επιχειρηματικής δραστηριότητας, η μακροοικονομική αβεβαιότητα που τροφοδοτείται από το υψηλό χρέος, το αδύναμο χρηματοπιστωτικό σύστημα, οι δυσλειτουργίες στην αγορά και η αδυναμία αξιοποίησης του εργατικού δυναμικού, που συνεχίζει να μεταναστεύει. Παρόμοια εικόνα παρουσιάζει και η μεγάλη διεθνής έρευνα της Παγκόσμιας Τράπεζας, που αφορά τη ποιότητα του επιχειρηματικού περιβάλλοντος σε ετήσια βάση. Η Ελλάδα στο “Cost of doing Business” ήταν 72η στη διεθνή κατάταξη, ενώ η Κύπρος ήταν 57η, η Πορτογαλία 34η και η Ιρλανδία 23η. Το ανησυχητικό είναι ότι η Ελλάδα έχασε πρόσφατα έδαφος και ενώ βελτίωσε θεαματικά την κατάταξή της από την 110η θέση το 2010 στην 60ή το 2015, στη συνέχεια υποχώρησε κατά 12 θέσεις. Η χαμηλή ανταγωνιστικότητα είναι ένας από τους βασικούς λόγους για τους οποίους τη περίοδο 2014-2018, η ανάπτυξη στην Ελλάδα ήταν κατά μέσο όρο κάτω από 0,5%, έναντι άνω του 2% σε Ιρλανδία, Πορτογαλία και Κύπρο, δηλαδή τους πάλαι ποτέ “ευρωπαίους ασθενείς”. Σε ευρωπαικό επίπεδο η Ελλάδα παραμένει 27η στις 28 χώρες της ΕΕ ως προς την αποτελεσματικότητα του επιχειρηματικού της περιβάλλοντος, ενώ η υποεκτέλεση των δημοσίων επενδύσεων κρατά πίσω την ανάπτυξη. Σημειωτέον, ότι το ανεκτέλεστο υπόλοιπο έργων υποδομών στην Ελλάδα ανέρχεται σε 25 δις ευρώ, παρά το γεγονός ότι οι επενδύσεις σε έργα υποδομών έχουν οικονομικό πολλαπλασιαστή 1,8. Ειδικότερα, το τρέχον ανεκτέλεστο υπολείπεται του ιστορικού ρυθμού επενδύσεων κατά περίπου 4,1 δις ευρώ μέχρι το 2024, το οποίο μπορεί να επηρεάσει αρνητικά την ανάπτυξη κατά 0,8 π.μ. ετησίως.
Το συμπέρασμα είναι ότι η ελληνική οικονομία δεν βρίσκεται ακόμα σε ασφαλή τροχιά αναπτυξιακής μεγέθυνσης, την οποία η χώρα έχει απελπιστικά ανάγκη. Κατά τη γνώμη μου, με τη παρούσα κατάσταση, δεν αναμένεται υψηλότερη ανάπτυξη το 2019, δεδομένου του δυσμενούς φορολογικού και ρυθμιστικού περιβάλλοντος για επενδύσεις και ανάπτυξη στην Ελλάδα. Τα μερίδια εξαγωγών της ελληνικής οικονομίας δυστυχώς παραμένουν σχετικά χαμηλά και θα πρέπει να αυξηθούν, εάν η Ελλάδα επιθυμεί να επιτύχει υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης. Τα ποσοστά των εξαγωγών θα αρχίσουν να αυξάνονται στην Ελλάδα μόνο εάν η χώρα μπορέσει να αυξήσει τον αριθμό των εξαγωγικών επιχειρήσεων της στον μεσαίο και υψηλής τεχνολογίας τομέα. Για να το επιτύχουμε όμως αυτό, πρέπει να σταματήσει η φυγή ανθρώπινου δυναμικού και να ενσωματωθούν νέες τεχνολογίες στις επιχειρήσεις. Πιστεύω ότι μετά τις εκλογές το “ελατήριο” της ελληνικής οικονομίας θα επαναλειτουργήσει και η επιχειρηματικότητα του τόπου θα το αξιοποιήσει κατάλληλα.

Ο κ. Κορκίδης  είναι  Πρόεδρος  ΕΒΕΠ και Πρόεδρος  ΠΕΣ  Αττικής

Click to comment

Leave a Reply

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

To Top